Η ΓΡΟΘΙΑ ΤΟΥ ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΜΠΑΡΝΤΟΝ

 

Γαμιέμαι. Να το κλίνω το ρήμα; Αυτό είναι, ένα ρήμα το οποίο απλά εκφράζει μια ενέργεια ανθρώπινη, μια πράξη φυσική και αναγκαία. Μια σκέψη ζωής. Κι όταν λέμε σκέψη, για να ξέρουμε τι λέμε, εννοούμε επιθυμία ζωής. Ορμή κατ’ ευθείαν από τον εγκέφαλο και κατ’ επιλογήν της σάρκας. Ποια επιθυμία; Μία νίκη επί του θυμού είναι η επιθυμία, το λέει η λέξη. Ένα ντέρμπυ κερδισμένο και μια διάθεση κοντρολαρισμένη. Ποια επιθυμία, λοιπόν; Το να γαμιέμαι είναι πόθος…, αυτή η τεράστια λέξη με τα δυο Όμικρον, με τους δυο κύκλους, που θα παραμείνουν δυο ξεχωριστά ολοκληρώματα και μετά το γαμήσι. Όχι, όχι, δεν θα προχωρήσουμε στην ανάλυση της λέξεως Πόθος, που είναι Ο πόθος, που είναι αρσενικός, που δεν είναι Η πόθος, ούτε βέβαια θα μπορούσε ποτέ να είναι μια ουδέτερη λέξη, το πόθος.

        Μιλάμε για γαμήσι, που δεν θα υπήρχε αν δεν ξεκινούσε από τον πόθο. Κι αν υπήρχε γαμήσι  χωρίς πόθο, χωρίς καύλα τότε θα είχε πεθάνει. Είναι αδύνατον να είχε επιβιώσει το γαμήσι χωρίς τον πόθο, αυτόν τον πόθο που εύκολα σε κατρακυλάει σ’ άλλον κόσμο, στο δικό σου τον προσωπικό κόσμο στον οποίον δεν χωράει όλος ο κόσμος. Να μη σε αποδεχθεί ο άλλος, ο έξω από σένα κόσμος, όταν εσύ γαμιέσαι με το δικό σου τρόπο. Τον ανώμαλο τρόπο. Τον αντικανονικό. Αυτόν που δεν φέρνει ζωή, όμως φέρνει κι αυτός τη δική του ηδονή.

Γαμιέμαι. Κι είπαμε. Είναι ένα ρήμα. Γαμιέμαι, Γαμιέσαι, Γαμιέται, Γαμιόμαστε, Γαμιόσαστε, Γαμιούνται. Ένα ρήμα, όπως Κοιμάμαι, Χασμουριέμαι, Ρεύομαι, Πεινάω, Αγναντεύω, Πορεύομαι, Στέκομαι, Γαργαλάω, Σκάβω, Κτυπάω, Φτυαρίζω, Μουρμουράω, Βογκάω, Ντρέπομαι, Υπερηφανεύομαι, Σαλπάρω. Ό,τι κάνεις, ό,τι σκέπτεσαι, ό,τι γουστάρεις σου βγαίνει μ’ ένα ρήμα, με μία λέξη. Κι όλες οι λέξεις είναι πτωχές.

        Λες Γαμήσι. Πώς να χωρέσουν όλα όσα υπάρχουν, όλα όσα αποτελούν αυτό που λέγεται γαμήσι μέσα σε μια λέξη. Ποια πισίνα; Ένας ωκεανός χωρίς σύνορα είναι  το γαμήσι, κάργα από αισθήματα, συναισθήματα, σκέψεις, φαντασιώσεις, ψευδαισθήσεις κι ένα ατέλειωτο κι αφρενάριστο κυνήγι προς την αλήθεια του. Δεν πρόκειται ποτέ αυτό το κυνήγι, αυτή η αναζήτηση να συναντήσει την αλήθεια του γαμησιού. Ούτε καν θα την πλησιάσει. Είναι σα να περπατάς όλο και περισσότερο προς ένα ηφαίστειο την ώρα που ξερνάει την φωτιά του. Και μιλάω για το μουνί. Αυτό είναι το ανεξερεύνητο, το απερπάτιστο ακόμα και στον μεγαλύτερο γαμιά της αιωνιότητος, ακόμα και στην μεγαλύτερη γαμιόλα από καταβολής της Εύας.

Δεν μιλάω για κάθε άλλη τρύπα του σώματος, αυτή του κώλου, του στόματος. Ούτε μιλάω για τον πούτσο. Αυτό που δεν έχει ανακαλυφθεί σ’ όλες του τις διαστάσεις, που δεν έχει ακτινογραφηθεί και στις πιο αόρατες και ασύλληπτες νευρώσεις του είναι το μουνί.

Φοβερά πράγματα. Οι άνθρωποι ανακάλυψαν θεούς, έτσι νομίζουν οι μαλάκες, όπως πήραν χαμπάρι ότι ο Θεός είναι ένας…, σιγά την αποκάλυψη…, και δεν του έχουν δώσει όνομα, όπως στους προφήτες Ιησού, Μωάμεθ, Βούδα και σία, για να μην πέσουν έξω… Μην πούμε άλλον, δηλαδή. Τέλος πάντων. Τι τέλος πάντων; Λέγαμε ότι οι άνθρωποι ξόδεψαν ατέλειωτη φαιά ουσία για να τους στήσουν έτσι όπως γουστάρουν τους θεούς τους, όπως τελειοποίησαν απίστευτα τις πολεμικές τέχνες εκμεταλλευόμενοι και αξιοποιούντες τις πνευματικές δυνατότητες και δυνάμεις του σώματος, όμως στο κεφάλαιο Μουνί έχουν μείνει πίσω… Δεν μιλάω για το γαμήσι, το οποίο λίγο διαφέρει με όποια τρύπα ολοκληρωθεί, μιλάω για το Μουνί. Ούτε η γυναίκα που το έχει επάνω της δεν έχει αποκτήσει πνευματική επαφή και σχέση με ό,τι πυρηνικό διαθέτει το μουνί, ούτε ο άνδρας που το επισκέπτεται.

Επιστροφή στο ρήμα. Στο Γαμιέμαι. Όχι στο Γαμάω. Και σου λέει ο άλλος, μιλάω για τον άλλον, όχι για την άλλη, που γαμιέται και σου λέει Δεν είμαι πούστης. Σωστό. Γιατί να είναι πούστης επειδή τον παίρνει; Γιατί να νοιώθει αλλοιώς, διαφορετικά και μειονεκτικά, επειδή γουστάρει να γαμιέται; Και γιατί να περιμένεις συμπεριφορά αδελφής και ντιγκιντάγκα επειδή ο εν λόγω άνδρας γαμιέται;

Πάει στο στέκι, σε μια από τις γνωστές στην πιάτσα πλατείες για να κάνει ψωνιστήρι. Να ψωνίσει, όχι να ψωνιστεί. Να αγοράσει πούτσο, όχι να πουλήσει την κωλοτρυπίδα του. Μου θύμισε μια από τις πιο θρυλικές μούρες του ελληνικού ποδοσφαίρου, μακαρίτης εδώ και χρόνια, που από ποδοσφαιριστής έκανε μετά τον προπονητή, αλλά η δουλειά του ήταν οι δωροδοκίες. Όχι δεν θα πω το όνομά του. Και ποιος δεν το ξέρει από τους παληούς, παράγοντες και δημοσιογράφους.

Το στέκι του ήταν σ’ έναν καφενέ, ούτε δυο βήματα από την Ομόνοια και κυκλοφορούσε με δεκαεπτά οκάδες αρχίδια, για να μη φαινόντουσαν στον καβάλο του παντελονιού χρειαζόταν κορσέ να φορούσε αυτή η αδελφάρα. Λένε ότι η ατζέντα του με παίκτες και διαιτητές που τους τα έδινε δεν βρέθηκε ποτέ. Γιατί τον θυμήθηκα; «Εγώ δωροδοκώ, εγώ δεν δωροδοκούμαι». Σα να σου έλεγε, ένας ομοφυλόφιλος Εγώ γαμάω κώλο, εγώ δεν γαμιέμαι. Εγώ ψωνίζω στην Κουμουνδούρου και τη Βικτωρίας, δεν ψωνίζομαι στο Πεδίον του Άρεως και στο Ζάππειο.

Σκάει ένα έργο, που είναι παμπάλαιο και έχει την ηλικία των σπηλαίων, κι όλοι λένε Πω, πω, πω τι έγινε… Μιλάω για το σήριαλ της δολοφονίας του ηθοποιού Νίκου Σεργιανόπουλου. Δεν κατάλαβα. Τι το πρωτοφανές και ασυνήθιστο είδαν τα ΜΜΕ και για μια ακόμα φορά στράβωσαν την τύφλα του κοσμάκη; Ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος είναι ο Σεργιανόπουλος που την έψαχνε στο έτσι. Πολλοί είναι οι άνδρες, σεσημασμένοι ομοφυλόφιλοι και, κυρίως, οι υπεράνω υποψίας που σήμερα σεργιανίζουν στις πλατείες αλά Σεργιανόπουλοι. Και δικαίωμά τους. Ποιος είμαι εγώ, ποιος είσαι εσύ, πού θα τους κρίνεις προσωπικά και θα τους καταδικάσεις;

Άλλο θίγω ένα φαινόμενο και το σχολιάζω και το επικρίνω κι άλλο τα βάζω με κάποιον προσωπικά. Άλλο σαν ελεύθερος άνθρωπος έχεις κάθε δικαίωμα να εναντιώνεσαι στην επιθυμία κάποιων να πηγαίνουν γήπεδο, εκκλησία, ιππόδρομο, μπουρδέλο, καφενείο κι άλλο να στήνεις στον τοίχο κάποιον επειδή κατά τη γνώμη σου πράττει κάτι που προσβάλλει τον ίδιον ή, τον βλάπτει.

Από τότε που δημιουργήθηκαν οργανωμένες κοινωνίες, από τότε που στήθηκαν πόλεις, επιτόπου ξεφύτρωσαν τα λημέρια των ανδρών που την έψαχναν με άντρα. Αυτή είναι μια πραγματικότητα. Μεγάλα ονόματα ανδρών που έγραψαν τεράστια προσωπική ιστορία σαν συγγραφείς ή, στρατηγοί, καλλιτέχνες ή, αρχιεπίσκοποι πήγαιναν κανονικά σε μια πιάτσα για να ψωνιστούν ή, για να ψωνίσουν και μετά να κυλιστούν μ’ έναν ξένο, μ’ έναν άγνωστο σ’ αυτούς κρεββατιού παρτεναίρ σ’ ένα όργιο και όπου τους βγάλει.

Απαραιτήτως να σημειώσω: Η έκπληξη θα ήταν να βγει στην τσάρκα για ψωνιστήρι ένας πολιτικός. Αυτός δεν το ρισκάρει. Ο στρατιωτικός τα γράφει στα αρχίδια του τα γαλόνια, όπως ακόμα ο μητροπολίτης, για να μην τους πάρουν πρέφα. Η πουτάνα ο πολιτικός περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον δημόσιο λειτουργό δεμένος με το παραμύθι του δεν τολμάει καν να σκεφθεί να «πάρει» κάποιον από πλατεία. Όσο κι αν τον σπρώχνει το πάθος του, αν είναι όχι μόνον πισωγλέντης…, δεν φθάνει μόνον αυτό…, αλλά και κυνηγός, δεν θα επιτρέψει στον εαυτό του να ανατινάξει την καριέρα του.

Βεβαίως δεν βγαίνουν «μπουρδελότσαρκα» όλοι οι ομοφυλόφιλοι. Για να μη σου πω ότι για τους περισσότερους γκαίη είναι η ξευτύλα να «αγοράσουν» έναν παίδαρο από την «πλατεία». Και για λόγους προσωπικής αξιοπρέπειας και διότι δεν γουστάρουν αυτό το σκηνικό. Αυτοί που πάνε, επώνυμοι και ανώνυμοι, δηλαδή γνωστοί και αναγνωρίσιμοι ή, άγνωστοι με όνομα και φάτσα που δεν λέει τίποτα στον άλλον, ιντριγκάρονται, τρελλαίνονται, ζούνε μια τρέλλα πριν κάνουν το αλισβερίσι με τον γαμιά της νύχτας, της μιας νύχτας, που πιθανόν να είναι της νύχτας μιας ώρας.

Είπαμε. Ψωνίζω, σου λέει. Δεν ψωνίζομαι. Δεν είμαι πουτάνα, ούτε έχω νταβατζή. Τι να τον κάνω τον καριόλη τον νταβατζή; Η μαλακία είναι αυτή που λένε ότι πάω στο στέκι να νοικιάσω έναν γαμιά και είμαι απροστάτευτος… Και γιατί να μη νοιώθει απροστάτευτος ο γαμιάς; Γαμιέμαι. Και, λοιπόν; Δεν σημαίνει ότι επειδή γαμιέμαι κινδυνεύω εγώ περισσότερο από τον οικοδόμο Ρωσοπόντιο και δεν κινδυνεύει αυτός ο πούστης από μένα.

Είπαμε. Αυτό γουστάρει. Κι έτσι το γουστάρει. Γαμήσι χωρίς συναίσθημα. Χωρίς δεσμό. Να πάνε να γαμηθούνε οι σχέσεις, ερωτικές, ανθρώπινες. Δεν είμαστε ζευγάρι, δεν σε ξέρω, ούτε θέλω να σε μάθω. Στα αρχίδια μου ποιος είσαι. Το μόνο που θέλω, και σε πληρώνω γι’ αυτό, να μου τον χώσεις από πίσω. Να με καβαλήσεις. Κι αύριο, όσο κι αν μ’ έχεις ικανοποιήσει, αν σε ξανατρακάρω στην πλατεία, δεν θέλω να σε ξαναπάρω. Γι’ αυτό και δεν σου ζήτησα το τηλέφωνο. Θέλω άλλον, έναν άλλον άγνωστο, όχι τον ίδιον άγνωστο, διότι θα μου κάτσει σα γνωστός και θα μου χαλάσει τη παραμύθα μου.

Πόλεμος. Αυτό είναι το γαμήσι. Διαβάζεις αποδυτηριάκια. Ακριβώς. Ο πραγματικός πόλεμος είναι το γαμήσι. Λάθος! Ο αληθινός πόλεμος ανάμεσα σε δυο άτομα ξεκινάει από τη στιγμή που ο ένας θέλει να φθάσει στο σημείο εκείνο που θα μπορέσει να πηδήξει τον άλλον. Πίσω από το γλυκό αίσθημα του ερωτοκτυπημένου ή, της ερωτοκτυπημένης που σπαρταράνε μέσα της τα φυλλοκάρδια αρχίζει ύπουλα να εγκαθίσταται και όλο να θεριεύει χωρίς ακόμα να αποκαλύπτεται ο πόλεμος.

Μια στο τρισεκατομμύριο δυο ερωτευμένοι να μη φθάσουν στον πόλεμο. Στα μπινελίκια, στον χωρισμό, στην κόντρα, στη μόνιμη ή, κατά διαστήματα ταραχή. Και από κοντά να παίζουν η προδοσία, η απάτη, η απιστία, η αμφισβήτηση, η έλλειψη εμπιστοσύνης. Τι να λέμε τώρα; Οι γλύκες και τα γλυκίσματα γρήγορα θα πάνε περίπατο για να αρχίσουν να πλακώνουν οι κροτίδες και οι χειροβομβίδες. Γιατί;
Είπαμε. Πόλεμος.

Το γαμήσι φέρνει τον πόλεμο. Το ξέρεις; Όχι, βέβαια. Και να ήταν μόνο αυτό που δεν ξέρεις; Το ίδιο μουνί είναι ακόμα άβατο στον άνδρα. Όσο και να ξεμουνιαστεί δεν φθάνει το μπαίνω – βγαίνω. Δεν είναι μόνο η τρύπα. Η σπηλιά. Σα να μπαίνει στο σπήλαιο και ο μαλάκας αντί να ασχοληθεί με τους σταλακτίτες και από πού ξεκινούν οι σταγόνες του αιώνιου νερού καταγοητεύεται με το βάθος του σπηλαίου.

Σε μια αγγλική ταινία ο Ρίτσαρντ Μπάρντον ήταν ο μαφιόζος της περιοχής. Κι αφού ήταν ο μαφιόζος επόμενο να τον τρέμουν όλοι. Αδίστακτος. Γεννημένος κακοποιός. Και ζούσε με την γριά μάνα του που την αγαπούσε και ήθελε όλοι της συμμορίας του να την σέβονται και να της φέρνουν δώρα. Ούτε που περνούσε από το μυαλό της γριούλας ότι ο γιόκας ήταν ο τοπικός γκάγκστερ και μαζύ αγριόπουστας. Όταν ο Ρίτσαρντ Μπάρντον παραμύθι φούρναρης δεν έμενε ευχαριστημένος από τις υπηρεσίες ενός συμμορίτη του τον οδηγούσε στο δώμα του σπιτιού και τον άρχιζε στις μπουνιές. Και αφού του της έβρεχε χωρίς να εγκαταλείψει τη σκληρότητα της φάτσα του ο Μπάρντον ξεκούμπωνε το παντελόνι του και έστηνε τον κώλο του για να τον πηδήξει ο μόλις πριν λίγα δευτερόλεπτα δεχθείς τις γροθιές συμμορίτης. Αυτό στην ταινία.

Καπάκι να σου γράψω τι συνέβη τη δεκαετία του ’70 στην φυλακή της Κέρκυρας. Ο «αρχηγός» της φυλακής, ένας γνωστός κακοποιός, που είχε το κουμάντο και σιωπηρά τον «αναγνώριζαν» οι δεσμοφύλακες σα την πρώτη μούρη, ήταν αδελφή. Μια ημέρα του γυάλισε στο μάτι ένας φυλακισμένος και του τον έφεραν στο κελί του. Επάνω στο γαμήσι, πάνω στην καύλα, ο γαμιάς κάνει το λάθος και του ξεφεύγει η κουβέντα «Σε γαμάω…, σε γαμάω, πούστη μου…». Ο μαφιόζος τον άφησε να τελειώσει μέσα του. Μετά τον μαχαίρωσε.
Πόλεμος. Τον Κώστα Ταχτσή τον στραγγάλισαν. Τι σημασία έχει ποιος. Στον πόλεμο του γαμησιού, όχι απλά στο γαμήσι, είχε βγει και τον έφαγαν. Όπως σκοτώθηκε έτσι και ο Τζιάνι Βερσάτζε. Δισεκατομμυριούχος μόδιστρος και είχε για πάρτη του όποιο τεκνό γούσταρε. Όχι, την έβρισκε να βγει στο μέτωπο, να κάνει ψωνιστήρι, όπως οι συγγραφείς Τενεσύ Ουϊλιαμς, Τρούμαν Κάποτε και ένα σωρό άλλοι διάσημοι στις διαδρομές του underground σεξ.

Η ηδονή του πολέμου. Όχι μόνο του σεξ. Σερ ήταν ο άλλος, κορυφαίος ηθοποιός του αγγλικού θεάτρου και με όσκαρ στο σινεμά, ο Τζων Γκίλγκουντ. Την έβρισκε στις δημόσιες τουαλέτες. Εκεί ήθελε να ψωνίζει. Και στα αρχίδια του, που τα είχε σε μεγάλη εκτίμηση, αν όχι τα δικά του, σίγουρα των γαμιάδων του…, αν θα τον τσακώνανε. Που τον τσακώσανε… Και; Τον τίτλο του σερ του τον έδωσε κανονικά η Ελισάβετ.

Διαβάστε ακόμα:

Η γυναίκα της ηδονής