Τα πράγματα στον Ολυμπιακό είναι πολύ σκούρα. Μιλάνε τα γεγονότα μόνα τους. Ακόμα καλά καλά δεν άρχισε καν η σαιζόν και η ομάδα άλλαξε πάλι προπονητή. Φοβερό. Ανεπανάληπτο.
Κάνε μας τη χάρη, ρε, Κοντονή. Άσε, ρε, Σταύρακα. Έτσι το λέω, για να μην νομίζει ο συριζαίος υφυπουργάκος της πολύ πλάκας ότι όλοι είναι κορόιδα. Ότι όλοι μασάνε το παραμύθι της ανύπαρκτης αγωνίας του και της επίσης ανύπαρκτης προσπάθειάς του να φτιάξει πρωτάθλημα υγειές και ανταγωνιστικό.
Ποια είναι, ρε, αυτή η Άννα Κορακάκη, που από το πουθενά και ξαφνικά την ανακάλυψε η Ελλάδα. Αυτή η έντιμη και χαζοχαρούμενη χώρα. Και τα μήντια την έπεσαν στο πολύ τραλαλά στο κορίτσι, αφ' ότου πήρε το χρυσό μετάλλιο στους ολυμπιακούς αγώνες.
Κάτι πρέπει να γράψουν. Αυτό είναι το ζόρι. Κι όταν δεν υπάρχει κάτι συνταρακτικό, κάτι ουσιαστικό, τότε θα πλακώσουν τις ανοησίες. Δεν στέκει με τίποτα αυτό που διάβασα.
Εντάξει, αυτό που γίνεται με την Άννα Κορακάκη δεν μοιάζει με το άλλο του Στέλιου Μηγιάκη, το 1980. Μετά από 20 χρόνια η Ελλάδα είχε γνωρίσει τη χαρά του χρυσού μεταλλίου σε ολυμπιακούς αγώνες, μάλιστα σε άθλημα κατ' εξοχήν ελληνικό, την ελληνορωμαϊκή πάλη.
Τα είπε ο άνθρωπος με το νι και με το σίγμα. Δεν χρειάζομαι να μάθω αν ο Σίλβα έφυγε γιατί δεν του κάνανε μεταγραφές ή επειδή τον είχε πειράξει το κλίμα στην Ελλάδα και πάθαινε συχνά κόψιμο.
Να έχει άποψη. Αυτό θα πει δημοσιογράφος. Να κάνει πολιτική, κοινωνική παρέμβαση με τη θέση του, με την πρότασή του. Τέτοιος ήταν ο διευθυντής της γαλλικής εφημερίδας L' Equipe, ο Γκαμπριέλ Ανώ.
Πάουλου Μπέντου! Πορτογαλική συνταγή, λέει, ο άλλος. Πίπες, λέω εγώ. Δεν υπάρχει πορτογαλική συνταγή που να περιέχει όλους τους ομοεθνείς προπονητές από τη χώρα της Ιβιρικής.
Είδα αυτό το παλληκάρι από την Κολομβία να κερδίζει στην Αρση Βαρών και στη συνέχεια να κλαίει με λυγμούς. Να βγάζει τα παπούτσια του, να τα βάζει κάτω από την μπάρα και να φιλάει τα βάρη.