ΧΑΜΠΑΡΙΑΣΕ ΟΤΑΝ ΞΕΜΕΙΝΕ ΑΠΟ ΦΡΑΓΚΑ

Νοικοκύρης άνθρωπος ο Σάββας. Οικογενειάρχης. Βιοτέχνης και τα κατάφερνε μια χαρά. Έβγαζε αρκετά και κάποια στιγμή… έμαθε την ρουλέτα. Κατά τύχη βρέθηκε στο καζίνο, την είδε στη ψύχρα τη δουλειά, ξαναπήγε με την παρέα για δεύτερη φορά, για τρίτη, αυτό ήταν. Κόλλησε.
Η επίσκεψη στο καζίνο μπήκε στην καθημερινότητα του. Μία, δύο φορές την εβδομάδα, ίσως και τρεις φορές, την έκανε για την Πάρνηθα ή το Λουτράκι. Ποτέ, όμως, δεν έλειψε κάτι στο σπίτι του, στα παιδιά του, επειδή από το πουθενά (;) απέκτησε το κουσούρι του τζόγου.
Από το πουθενά; Όχι, ακριβώς. Πάντα υπάρχει μία αιτία που κάποιος πέφτει στο κουμάρι. Κάτι μέσα του το ζητούσε. Το είχε ανάγκη. Δεν ''μιλάει'' σε κάποιον χωρίς λόγο το γκελ του τζόγου. Δεν τσιμπάει κάποιος έτσι για πλάκα.
Μίλησα για κουσούρι. Βέβαια. Γιατί ο Σάββας άρχισε να χάνει λεφτά. Και το πράμα δεν ίσιωνε επειδή κάποιες βραδιές επέστρεφε σπίτι κερδισμένος. Ήταν πάντα στη χασούρα. Πάντα, όμως… έλπιζε! Πώς θα μπει το έργο στο καλό δρόμο και θα την κέρδιζε την ρουλέτα. Πώς θα ρεφάρει τα χαμένα.
Δεν ξαναπήγε στην αγαπημένη του ρουλέτα ο Σάββας επειδή δεν είχε λεφτά. Δεν του περισσεύανε. Μόνον γι’ αυτό; Και, επιτέλους, γιατί είχε αντιληφθεί, οριστικά και αμετάκλητα, πώς δεν υπήρχε περίπτωση, όσο κι αν τον ήθελε, όσο κι αν ήταν τυχερός, πώς θα την έχει από κάτω την ρουλέτα.
Φοβερό! Αποκαλυπτικό. Όταν πια είχε στριμωχτεί οικονομικά ο Σάββας, κι όταν πήρε χαμπάρι πώς αν συνεχίσει να παίζει, θα χάνει, τότε έκοψε μαχαίρι το καζίνο. Φοβόταν ο άνθρωπος να πάει να βγάλει... μεροκάματο στη ρουλέτα. Έτσι περίπου δεν το βλέπει ο ρουλετάκιας; Πως παίζει για να... κερδίσει. Έ, όταν έχεις λίγα στο παντελόνι, τότε τρέμεις να τα ρισκάρεις να τα χάσεις στο καζίνο
Διαβαστε ακομα:

