ΣΗΜΑΝΕ Η ΩΡΑ 20 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ...

Αμέσως σηκώθηκε από το τραπέζι ο Αντώνης να τους χαιρετήσει. Δεν ήθελε πολύ, ο παλιός μαθητής με την σύζυγό του να φάνε συντροφιά και χωρίς παρεξήγηση να αφήσουν την παρέα της Αθήνας. Θυμήθηκαν τα παλιά. Τι άλλο; Ο Αντώνης 17χρονος στο σπίτι του καθηγητή έκανε ιδιαίτερα μαθήματα για το πανεπιστήμιο και ήταν καψουροκτυπημένος με την κυρία Μάρθα, αυτή με τα διπλάσια του χρόνια. Έρωτας ασυνείδητος, εφηβικός, απ’ αυτούς τους ανομολόγητους.
Καλοσυνάτος άνθρωπος ο καθηγητής, Φαίδων στο όνομα, φανερό ότι τον βάραιναν τα 60 του χρόνια. Είχε πράγματι γεράσει, καμπουριάσει, η φαλάκρα τετραπλασιαστεί, όμως δεν είχε χάσει το γνήσιο κέφι του και την οξύτητα της ευφυΐας του. Όσο για την κυρία Μάρθα, τι να πει κανείς! Βορειοελλαδίτισσα, γυναίκα με ακτινοβολία, κάθε κουβέντα της με νόημα, με περιεχόμενο. Όχι περιττά λόγια, ανόητα, ρηχά. Έγραφε επάνω της μία κοτσίδα παχειά, πλεκτή, που ξεκινούσε ελαφρά πλάγια από το κεφάλι της και έφθανε μέχρι το δεξιό στήθος της. Άτομο λαμπερό, φώτιζε στη νύχτα.
Η κυρία Μάρθα δεν σταμάτησε ποτέ να αγαπάει τον άνδρα της, ακόμα και σήμερα είναι ό,τι πιο ακριβό στη ζωή της. Με τον Φαίδωνα, όμως, ποτέ δεν ένοιωσε ερωτικά, δυνατά, συναρπαστικά, όσο θαρρούσε ότι της άξιζε. Αυτό το έλλειμμα της σεξουαλικής ικανοποίησης, σήμερα στα 54 της χρόνια, ήρθε καρφί στη ψυχή με την κουβέντα του παλιού μαθητή του άντρα της.
Ο γάμος της ξαδέλφης έγινε το απογευματάκι της Κυριακής. Ακολουθούσε γλέντι. Με τον καθηγητή και την γυναίκα του ο Αντώνης μίλησε τηλεφωνικά. Τον προσκάλεσαν, όποιο σαββατοκύριακο βολεύονται με την σύζυγο του, να τους φιλοξενήσουν στη Δημητσάνα.
Η Μάρθα στην Αθήνα, μόνη, για προσωπικές δουλειές. Τηλεφώνησε στον Αντώνη. Κατέληξαν στο σπίτι της στη Φιλαδέλφεια. Στο ίδιο σπίτι όπου ο Αντώνης πήγαινε για τα ιδιαίτερα μαθήματα με τον καθηγητή Κονταξή. Εκεί που την έβλεπε και ριγούσε ολόκληρος.
«Πες μου...» τον εκλιπαρεί. «Τι ήμουν εγώ για σένα, τι θα ήθελες από μένα, μετά από χρόνια να μου τα πεις, θα νοιώσω καλά... Λοιπόν;». Του κρατάει το χέρι στο σκοτεινό δωμάτιο, καμία απόπειρα να ανοίξει κάποιο παράθυρο. Η γυναίκα, χωρίς να αφήσει το χέρι του, έχει εμβολιαστεί από ένα δαιμονισμό, μια φλυαρία... «Θυμάμαι μία φορά, που καθόμουν εδώ κι εσύ, το μαθητούδι, μ’ ένα λευκό πουκαμισάκι...».
Της έκλεισε το στόμα με το δικό του, την έσφιξε δυνατά επάνω του. Λες ανάβλυζαν βουβοί λυγμοί στην Μάρθα όταν τον ρωτούσε χωρίς να περιμένει απάντηση... «Γιατί; Τι θέλεις από μένα... Πες μου, το Είναι μου όλο θέλει να ακούσει, τι θέλεις...». Μόνη της μουρμούριζε, μονολογούσε, όσο ο παλιός μαθητής πάλευε με το κορμί της. «Αν μπορούσες, αγόρι μου, να γεμίσεις αυτά τα είκοσι χαμένα χρόνια...».
Διαβαστε ακομα:

