Εμένα μου κάνει η μελοποίηση των στίχων του Διονύσιου Σολωμού, που έγιναν ο Εθνικός Ύμνος της πατρίδος μου. Από πιτσιρίκι μέχρι σήμερα όταν ακούω τη μουσική του Εθνικού Ύμνου με πιάνει επιτόπου μια ανατριχίλα. Κατόπιν τούτου δεν με αφορούν οι κρίσεις κάποιων ειδικών ότι ο Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος δεν ήταν μεγάλης κλάσεως μουσικός.
Του αγίου Δημητρίου είναι σήμερα, όπως κάθε 26 Οκτωβρίου. Ποιος είναι ο εν λόγω κύριος; Λάθος ερώτηση. Αποδυτηριάκιας μιλάει. Η ερώτηση αν διατυπωθεί λανθασμένα τότε θα εισπράξεις λανθασμένο αποτέλεσμα. Κεφαλαιώδους σημασίας η σωστή χρήση των λέξεων. Θεμελιώδης η σημασία στην ορθή σύνταξη μιας πρότασης.
Τον είχαν ξεφωνήσει κάποιοι τον Μάνο Χατζηδάκι ότι είναι αδελφή. Η ξεφτύλα. Όχι, βέβαια, για τον ίδιον τον Μάνο Χατζηδάκι, αλλά γι’ αυτούς που ασχολούνταν με οτιδήποτε αφορούσε την προσωπική ζωή ενός μεγάλου Έλληνα. Του οποιουδήποτε μεγάλου.
Κείμενο αυτοβιογραφικό με το χέρι και το ψυχισμό του Μάνου Χατζιδάκι. Αφορμή να διαβάσουμε τι γράφει ο ίδιος ο αξεπέραστος καλλιτέχνης για τη ζωή του και τον εαυτό του το γεγονός της γέννησης του σα σήμερα...
«Για μια μικρή λευκή αχιβάδα»... Έτσι ονομάτισε την πρώτη του δουλειά ο μουσικός, σε ηλικία 22 χρονών, το 1947. Σε μία Ελλάδα που μόλις έχει βγει από την κατοχή και μαίνονταν ο αδελφοκτόνος εμφύλιος σε μία σακατεμένη χώρα, που περίμενε να σηκώσει κεφάλι από τους ξένους νταβατζήδες και οι μισοί Έλληνες μετανάστευαν.
Το όνομά του από πιτσιρικάδες είχαμε μάθει να το βάζουμε δίπλα στα άλλα θηρία της ευρωπαϊκής μουσικής. Μπετόβεν, Μπαχ, Βάγκνερ, Μότσαρτ, Τσαϊκόφσκι, Σοπέν, Χέντελ, Μπυζαί, Ντεμπυσί, Μάλερ, Ορφ, Μέντελσον, Μπερλιόζ, Σούμαν κ.α. Ποτέ δεν έκανα τη μαλακία να πω ότι αυτοί είναι για σούπερ ληγκ κι εκείνοι για Β' εθνική. Σίγουρα κάποιοι είναι ανώτεροι από άλλους, όμως αυτή δεν είναι η αγωνία του μουσικόφιλου.
Μιλάμε για γίγαντες. Αναφέρω τρία ονόματα γιγάντων, κι ένα επεισόδιο αληθινό. Ο ίδιος ο Κωστής Παλαμάς γράφει: «Εάν κάποιος με πειθανάγκαζε να διαλέξω αποκλειστικά μεταξύ Παπαδιαμάντη και Καρκαβίτσα, θα έστεκα ευλαβικά μπροστά στον Παπαδιαμάντη, θα του φιλούσα το χέρι και θα ψήφιζα τον... Καρκαβίτσα».
Πέθανε ο άνθρωπος. Φοβερό! Να λένε του πεθαμένου ''Καλό ταξίδι, Χαράλαμπε... ''. Αδιανόητο για τους νοήμονες. Κατ' αρχήν, πώς το ξέρουν ότι ο άλλος πάει ταξίδι; Δεν υπάρχει άνθρωπος, όσιος, άγιος, προφήτης, κανένας, ρε, που πέθανε και ξαναζωντάνεψε για να μας πει ότι πράγματι είχε πάει κρουαζιέρα με παπόρι ή τράβηξε ποδαράτος, καβάλα σε αεροπλάνο ή μέσα σε τραίνο..
Κάποιος ήταν ένας Όσκαρ και το όνομά του δόθηκε στα πιο σπουδαία βραβεία του σινεμά. Κάποιος ήταν ο Νομπέλ, που ο ίδιος έδωσε το όνομά του στα πιο σπουδαία βραβεία για την ειρήνη και την λογοτεχνία, τη χημεία και την οικονομία. Ποιος ήταν αυτός ο κάποιος Νομπέλ που γεννήθηκε σα σήμερα στις 21 Οκτωβρίου, το 1833; Ένας μανιώδης εφευρέτης, με πάθος στα εκρηκτικά.
Έρωτας τρελός και καταραμένος. Σχέση συναισθηματική και σεξουαλική πέρα από τα όρια, ανάμεσα σε δύο άνδρες που έγραψε στην Ιστορία. Που ξεφτύλισε την Ιστορία, η οποία παίζει με τη δική δύναμη και δεν καταλαβαίνει το Ευαγγέλιο ζωής και προσευχής όπως το ορίζουν η θρησκεία, η κοινωνία, η οικογένεια.