Όταν έφθασε στο Παρίσι ήταν ήδη γνωστός σ' όλη την Ευρώπη ο εξόριστος από την πατρίδα του Πολωνός, μεγάλο ταλέντο στη μουσική, αυτοδίδακτος. Στα 6 του συνθέτει και στα 7 δίνει το πρώτο του κονσέρτο με πιάνο. Μετά από δέκα χρόνια αρχίζει τις περιοδείες στην Αυστρία και την Γερμανία. Η Πολωνία, που έχει μπλεξίματα πολεμικά με τους Ρώσους, δεν φεύγει ποτέ από την καρδιά του.
Οι θεοί είναι δύο. Πάντα. Δεν υπάρχει ένας Θεός. Άχρηστος είναι ο ένας και μοναδικός αν δεν έχει αντίπαλο. Ποιος, αλήθεια, θα ασχολούνταν με τον Θεό του καλού αν δεν έπαιζε μπάλα και ο Θεός του κακού. Ο Διάβολος. Θεός κι αυτός. Μαύρη, μαγική, θεϊκή δύναμη έχει αυτός ο πούστης, αφού καταφέρνει να μπει μέσα στους ανθρώπους. Με την ίδια, ίσως και μεγαλύτερη, δύναμη ψυχής απ' εκείνη του Θεού του καλού.
Η πρώτη τους μεγάλη επιτυχία μαζί έγινε το 1967 και πενήντα χρόνια μετά, το 2017, ξανάπαιξαν σε μια πολύ γλυκιά ταινία που αξίζει να την δει κανείς μόνο και μόνο για να διαπιστώσει ότι αυτοί δύο είχαν και έχουν τρομερή χημεία μπροστά στον φακό. Γύρω στα 30 τους έκαναν το Ξυπόλητοι στο πάρκο, και γύρω στα 80 όταν ξαναβρέθηκαν με την ταινία Our Souls at Night. Εδώ θα τα μάθετε όλα μια και είναι χαρά μου να γράφω για τέτοιους μυθικούς ηθοποιούς.
Δεν βλέπω να έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία αν, σύμφωνα με το Γρηγοριανό ημερολόγιο, σήμερα είναι Πέμπτη κι όχι Σάββατο. Αν άρχισε να τρέχει Μάρτης κι όχι Σεπτέμβρης. Αν βρισκόμαστε στο σωτήριον έτος 2018 κι όχι 1888. Όλα είναι… σωτήρια έτη.
Στις αρχές αυτής της δεκαετίας, το εφιαλτικό φάντασμα της ΑΕΚ περιπλανιόταν χωρίς εμπνευσμένο ηγέτη, με πλήρη οικονομική αποσάθρωση, χωρίς προοπτική για νέο γήπεδο και σε πλήρη αγωνιστική ανυποληψία. Στο τέλος της δεκαετίας, αυτές οι τέσσερις κρίσιμες συνθήκες έχουν αναστραφεί πλήρως και η ομάδα επανέκαμψε στα αξιακά μεγέθη της και σε πρωταγωνιστικό ρόλο, χάρη κυρίως στον ιστορικό πλέον ηγέτη Δημήτρη Μελισσανίδη.
Όταν είδα την ταινία Viva Zapata του ελληνικής καταγωγής Ελία Καζάν (Ηλίας Καζαντζόγλου το κανονικό του όνομα), και την απολάμβανα με φανατικό ενθουσιασμό για τον Μάρλον Μπράντο, ήθελα οπωσδήποτε να μάθω ποιος έγραψε το σενάριο. Το έργο έχει κάποιες σκηνές, κάποιες ατάκες και, βέβαια, ένα μαγικό φινάλε που θα το υπέγραφε μόνο ένας μάστορας γραφιάς. Ένας χαρισματικός συγγραφέας. Που με λίγες, όσο γίνεται πιο λίγες λέξεις, σε αρπάζει εσένα τον αναγνώστη, τον θεατή και δεν σ' αφήνει να φύγεις.
Γι' αυτόν κάποιος είχε πει: “Αν είχα την παιδική του ηλικία θα είχα αυτοκτονήσει...”. Ένας άλλος: “Για την περίπτωσή του ο Σίγκμουντ Φρόυντ, ο πατέρας της ψυχιατρικής θα μπορούσε να γράψει ολόκληρο βιβλίο...”. Ο αποδυτηριάκιας λέει: Πρόκειται για έναν παρανοϊκό προβοκάτορα, με διαρκή τάση να θέλει να σοκάρει.
Είναι διάσημοι. Είναι καταξιωμένοι καλλιτέχνες, λογοτέχνες, οι επώνυμοι. Επειδή είναι και ομοφυλόφιλοι παθιασμένοι ρισκάρουν, μάλιστα κατά σύστημα, ακόμα και κάθε μέρα να βγουν στο πεζοδρόμιο. Να ψωνιστούν με άγνωστο και κάποιους να τους βρουν άγρια δολοφονημένους στο σπίτι τους, στο δωμάτιο ξενοδοχείου. Συνήθως εκείνους που εκτίθενται, που φθάνουν στα άκρα με τον εραστή της αρπακτής.
Πρώτα να σου πω δυο λόγια για το χαρακτήρα του και για τη συμπεριφορά του. Μη βιαστείς να τον βγάλεις “τρελό επιστήμονα”. Απλά είχε μανία με την έρευνα και δεν σταματούσε να κάνει πειράματα. Όνομα Χένρυ Κάβεντις, πλουσιόπαιδο, από αριστοκρατική οικογένεια της Σκωτίας, γεννήθηκε το 1731 κι ήταν σκέτη ζοχάδα. Δεν ήθελε παρτίδες με κανέναν, στους υπηρέτες του έδινε εντολές με σημειώματα. Μη του μιλάτε του παιδιού, ο δικός σου.
«Ως Χριστιανός ορθόδοξος και υιός της ημετέρας Καθολικής Εκκλησίας ορκίζομαι στο όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της Αγίας Τριάδας να μείνω πιστός εις την πατρίδα μου και εις την θρησκεία μου. Ορκίζομαι να ενωθώ με όλους τους αδελφούς μου Χριστιανούς δια την ελευθερίαν της Πατρίδος μας. Ορκίζομαι να χύζω και αυτήν την υστέραν ρανίδα του αίματός μου...».