ΣΑ ΝΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΑΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ

 
... Η Μεταπολίτευση αποκατέστησε την αλήθεια. Μας έδωσε το δικαίωμα να είμαστε ο εαυτός μας. Οι άνθρωποι ελευθερώθηκαν από τα βαρίδια του παρελθόντος κι ένα κύμα ριζοσπαστισμού σάρωσε τη χώρα απ' άκρη σ' άκρη. Η ξαφνική ανάσα ελευθερίας άνοιξε την όρεξη όχι μόνο σε πολιτικές ή κλαδικές διεκδικήσεις αλλά και σε επιτακτικές προσωπικές απαιτήσεις. Ένας αγχώδης αγώνας δρόμου. Μια πρεμούρα να τα προλάβουμε όλα όσα έγιναν στον υπόλοιπο κόσμο ερήμην μας. Πότε καλυμμένα από κάποιον ιδεολογικό μανδύα, πότε όχι, κυριάρχησαν ξέφρενη δίψα για ελευθερία, δικαιώματα, πολιτικές αλλαγές, προσωπική ανάδειξη, φεμινισμό, ερωτική ελευθερία, χρήμα, απολαύσεις. Όλα αυτά που μερικά χρόνια αργότερα θα κατέληγαν σε ανεξέλεγκτο εκτραχειλισμό. Το δεσποτικό οικοδόμημα της μετεμφυλιακής περιόδου είχε διαλυθεί. Η χώρα από ασπρόμαυρη γινόταν έγχρωμη. Έγινε μια επανάσταση ηθών.
 
Μια αναδιανομή εξουσίας ακόμα και μέσα στην ίδια την οικογένεια. Ο πατέρας κέρβερος βρέθηκε στο κενό. Τα νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, κέρδισαν μια αυτονομία πρωτόγνωρη. Αφεντικά, αστυνόμοι, παπάδες, δάσκαλοι, βρέθηκαν ξαφνικά με κουτσουρεμένη την εξουσία και το κύρος της αυθεντίας. Η καταπίεση είχε τινάξει το καπάκι. Τα μυαλά είχαν φουσκώσει. Τα θέλαμε όλα.
 
Τα πολιτικά κόμματα αποδύθηκαν σε πλειοδοσία υποσχέσεων. Η κόντρα μεταξύ οργανώσεων της αριστεράς ήταν μεγάλη. Λίγοι ήταν οι ακραίοι, οι φανατικοί που υπήρχαν σε όλο το φάσμα της πολυδιασπασμένης αριστεράς. Δυστυχώς αυτοί έδιναν τον τόνο. Είχε φίλους σε όλες τις τάσεις. Οι περισσότεροι είχαν αποφύγει την εγκεφαλική ζημιά. Τα έπιναν παρέα και πειράζονταν άκακα μεταξύ τους. Σαν να υποστήριζαν διαφορετικές ποδοσφαιρικές ομάδες.   
 
Όταν πέθανε ο Μάο Τσε Τουνγκ όλες οι εφημερίδες είχαν την είδηση πρωτοσέλιδη. Εκτός από μία που λόγω κόντρας με το κινέζικο κόμμα την είχε περάσει στα ψιλά. Κάποιος φίλος του, ανάρχα, τηλεφώνησε σε έναν άλλον φίλο οπαδό του κόμματος: 
 
- Επειδή διαβάζεις μόνο Ριζοσπάστη, θέλω να σε πληροφορήσω ότι ο Μάο πέθανε.
 
Το πολιτικό μεθύσι κυριαρχούσε. Με τα ωραία του και με τους εμετούς του. Μπαίνει σε κεντρικό σινεμά με δυο φίλους του, γνωστούς αριστερούς κινηματογραφιστές, να παρακολουθήσουν σε πρώτη προβολή τον «Νονό» του Κόπολα. Στο πρώτο εικοσάλεπτο της ταινίας τους παρατάει και πάει δυο σειρές πιο πίσω μην τους ακούει. Αυτός έχει μαγευτεί από το αριστούργημα κι εκείνοι δυσανασχετούν με την «αμερικανιά», το «χολιγουντιανό κατασκεύασμα» και άλλα τέτοια. Το είχαν καταδικάσει πριν το δουν. Μάλλον είναι πιο εύκολο να υπερασπίζεσαι κάποιες αρχές, παρά να τις τηρείς ο ίδιος. Ένιωθε ευτυχής που δεν είχε φάει την ένεση της τύφλας σε ό,τι δεν είναι «δικό μας», στους απέναντι γενικά, τους «άλλους». Άνθρωπος που μισεί είναι μισερός. Είναι τελειωμένος.  
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,, 
 
Ήταν μια ακόμα γεύση, ένα άλλο απόσπασμα από το βιβλίο Έρωτες στη Μεταπολίτευση, με φόντο μια εποχή δική μας, πολύ κοντινή και τόσο λησμονημένη. Το βιβλίο του συγγραφέα Διονύση Χαριτόπουλου είναι πολιτικό, αλλά μοιάζει και διαβάζεται σαν ερωτικό μυθιστόρημα
 
 Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ είναι συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1947 στον Πειραιά όπου από μικρή ηλικία έκανε διάφορες χειρωνακτικές δουλειές στο Λιμάνι και στα γύρω μηχανουργεία. Eγκατέλειψε νωρίς δύο απόπειρες σπουδών στην Αθήνα και στο Λονδίνο και δούλεψε στη διαφήμιση μέχρι το 1990. Γνωστότερα έργα του: "Δανεικιά γραβάτα", "525 τάγμα πεζικού", "Τα παιδιά της Χελιδόνας", "Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων", "Εκ Πειραιώς" - Εκδόσεις Τόπος 210.8222, 835-856.