Η ΠΟΥΤΑΝΑ ΗΤΑΝ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΣΑ, ΚΑΜΙΑ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΣΣΑ

 

Τεράστιος. Κορυφή μάστορας να γράφει διηγήματα. Με εργαλείο την τρέλα του. Αυτή ήταν ο κινητήρας του Γκυ ντε Μωπασάν να δημιουργεί ιστορίες στο χαρτί. Τυχερός, είχε δάσκαλο τον άλλον Γάλλο στυλίστα, τον Γκυστάβ Φλωμπέρ (1821-80) και σκανδάλισε την εποχή του με το μυθιστόρημα «Μανταμ Μποβαρί». Τη συγγραφική προίκα του Μωπασάν πλούτισαν και οι παρέες του, όλοι ταλαντούχοι ομότεχνοί του. Στις συναντήσεις της συντροφιάς ακούει ο ταλαντούχος και συσσωρεύει το πνευματικό του ρεπερτόριο.

Έπιασε τον Γκυ ντε Μωπασάν και δεν του έφευγε με τίποτα η μανία να αυτοκτονήσει. Συνέγραψε, μάλιστα, με τίτλο ''Οι Αυτόχειρες'' συλλογή διηγημάτων με θέμα την αυτοκτονία και ίσως είναι ο πρώτος που έθεσε το ζήτημα της ευθανασίας. Γιατί όχι όταν κάποιος δεν γουστάρει άλλο να τραβιέται στη ζωή, όταν υποφέρει για τούτο και το άλλο. «Η αυτοκτονία είναι ύψιστη πράξη θάρρους των ηττημένων της ζωής'' είπε αφού δούλεψε λογοτεχνικά στο ζήτημα της αυτοκτονίας. ''Χάρισμα κάνουν σ' αυτόν που έχει παραιτηθεί από τη ζωή και αποζητά το έλεος αξιοπρεπούς θανάτου» έλεγε ο συγγραφέας για την ευθανασία. 

Μέγας γυναικάς ο Μωπασάν, μια ζωή στα μπουρδέλα. δεν έλεγε ''όχι'' στις ουσίες.Το 1893, σαν σήμερα 6 Ιουλίου, πέθανε στα 43 του χρόνια ο Γκυ ντε Μωπασάν, διαλυμένος ψυχολογικά από τη σύφιλη και αποφασισμένος να αυτοκτονήσει. Οι προσπάθειές του ήταν αποτυχημένες, τελικά τον έκλεισαν στο τρελάδικο, απ’ εκεί όπου βγήκε κατευθείαν για το νεκροταφείο.

Το κορυφαίο διήγημα του Guy de Maupassant, άλλωστε αυτό το απογείωσε και του χάρισε την αιώνια καταξίωση, είναι «Η Χοντρομπαλού». Φοβερή μυθιστορηματική ηρωίδα η Ελισάβετ Ρουσέ, η χοντρομπαλού, επαγγελματίας πόρνη, με σωματικά προσόντα, ιδιαίτερα βυζιά, που αιχμαλώτιζαν το μάτι του αρσενικού.

Γαλλοπρωσικός πόλεμος, μια ακόμα στρατιωτική ντροπή των Γάλλων. Νορμανδία, 1870, σε μια άμαξα εννέα άτομα «καθωσπρέπει», πλούσιοι με τίτλους ευγενείας κι όχι, ανάμεσά τους και δύο καλόγριες. Το δέκατο πρόσωπο μέσα στην άμαξα που κι αυτό θέλει να απομακρυνθεί από τη φωτιά του πολέμου είναι η πουτάνα, η χοντρομπαλού.

Η άμαξα καταφθάνει σε πόλη όπου ελέγχεται από Γερμανούς. «Δεν περνάτε…» τους κόβει τη φόρα ο Πρώσος αξιωματικός της φρουράς και ρίχνει την ύποπτη ματιά του ξεχωριστά στον καθένα από τους δέκα επιβάτες. «...Εκτός κι αν περάσει μαζί μου μια βραδιά η βυζού» προτείνει ο στρατιωτικός. 

- Πουτάνα είμαι, αλλά δεν κάθομαι να με πηδήξει ένας εχθρός της Γαλλίας… ξηγιέται η Ελισώ.

«Και θα μείνουμε εδώ, θα γυρίσουμε πίσω;... » τρομοκρατούνται οι φυγάδες ταξιδιώτες που είχαν αποφασίσει να την κοπανήσουν από την αντάρα του πολέμου. Ένας, ένας, λοιπόν, οι κόμητες και οι κόμισσες, ακόμα και οι μοναχές(!), άρχισαν το ψηστήρι στην χοντρομπαλού να... ενδώσει. Ο Μωπασάν, αφού στο διήγημά του ξεβρακώνει την ηθική των αστών, τους κάνει τη χάρη να δεχτεί η πουτάνα να σηκώσει τα πόδια της στον ξένο καραβανά

Διαβαστε ακομα:

ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΡΧΙΠΕΙΡΑΤΗΣ ΜΕ ΓΑΛΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΟΥΛΤΑΝΟ