ΜΑΥΡΗ ΜΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΤΗ ΖΩΗ...

Ρεμπέτης. Ένας από τους αρχηγούς. Ο αρχηγός για κάποιους ειδήμονες ο Βασίλης Τσιτσάνης. Ο δάσκαλος. Ο του ρεμπέτικου τραγουδιού. Έγραφε στίχους, έφτιαχνε τη μουσική, έπαιζε το όργανο, το μπουζούκι ντε, και έλεγε το άσμα, τραγουδούσε το ποίημα.
Η Συννεφιασμένη Κυριακή είναι Τσιτσάνης. Ρεμπέτικος ύμνος και μελωδοφέρνει. Κερδίζει κι εκείνον ο οποίος κρατάει αποστάσεις απ' αυτό το λαϊκό, το θεωρούμενο κατώτερο είδος μουσικής, γιατί η στγκεκριμένη σύνθεση τον ρουφάει και το αυτί του δεν πιάνει τη φτώχεια, την απλοϊκότητα του στίχου.
Συννεφιασμένη Κυριακή,
μοιάζεις με την καρδιά μου
που έχει πάντα συννεφιά,
Χριστέ και Παναγιά μου.
μοιάζεις με την καρδιά μου
που έχει πάντα συννεφιά,
Χριστέ και Παναγιά μου.
Είσαι μια μέρα σαν κι αυτή,
που 'χασα την χαρά μου.
συννεφιασμένη Κυριακή,
ματώνεις την καρδιά μου.
που 'χασα την χαρά μου.
συννεφιασμένη Κυριακή,
ματώνεις την καρδιά μου.
Όταν σε βλέπω βροχερή,
στιγμή δεν ησυχάζω.
μαύρη μου κάνεις τη ζωή,
και βαριαναστενάζω.
Τη Συννεφιασμένη Κυριακή πρωτοτραγούδησε σε δίσκο η Σωτηρία Μπέλου με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. Και ο Στέλιος Καζαντζίδης βέβαια με την Μαρινέλα πρώτα, μετά την Γιώτα Λύδια. Ακολούθησαν οι Μελίνα Μερκούρη, Δήμητρα Γαλάνη, Γιώργος Νταλάρας, οι Δημήτρηδες Μητροπάνος και Μπάσης, ο Θέμης Αδμαντίδης κ.α.
Ρεμπέτικο. Το πολύ, το βαρύ λαϊκό τραγούδι όταν βγάζει πόνο, παράπονο, τους καϋμούς του λεγόμενου χοντρού λαού. Της πιο χαμηλής κοινωνικής τάξης, του περιθώριου. Στην πορεία Θεοδωράκης και Χατζηδάκις εύλογησαν το ρεμπέτικο και το αποκατέστησαν μουσικά και κοινωνικά.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε το 1915 και πέθανε το 1984 ίδια ημερομηνία, στις 18 Ιανουαρίου. Στη φώτο με την τεράστια φωνή, την Μαρίκα Νίνου, με την οποία ήταν καψούρης και είχε έναν παράνομο δεσμό.
Διαβαστε ακομα:

