ΣΙΓΗΣΕ ΕΝΑ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.
Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Από μακριά εξαπατάς.
Θαρρεί κανείς πως έχεις ελαφρά ανακαθήσει
να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο που είδες,
πως παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
Από κοντά ξεκαθαρίζει το όνειρο:
δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
μ’ ένα σκοινί μαρμάρινο κι η στάση σου είναι η θέλησή σου
κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη: αιχμάλωτη.
Δεν μπορείς ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα είναι τα χέρια σου.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.
Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
στο μάρμαρο ο γλύπτης
κι υπόσχονται οι γοφοί σου
ευγονία αγαλμάτων, καλή σοδειά ακινησίας.
Για τα δεμένα χέρια σου,
που έχεις όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,
σε λέω γυναίκα.

