ΔΡΑΣΗ ΞΕΚΟΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ,ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ, ΤΗΝ ΓΚΟΜΕΝΑ

Ο κορυφαίος παίκτης της ρουλέτας στα χρονικά της Πάρνηθας, τότε που δεν υπήρχαν ιδιωτικά καζίνο, ήταν ένας δίμετρος και ευτραφής τύπος, ο ορισμός του εκτελεστή. Ψυχρός. Απόμακρος. Αμίλητος. Αποστασιακός. Έβαζε τις μάρκες του και επιτόπου απομακρυνόταν από το τραπέζι. Επέστρεφε μόνο για να φορτώσει τις τσέπες του.
Η ιστορία είναι αληθινή. Ο τύπος, ιδιοκτήτης μίνι-μάρκετ, ξεκίνησε από φτηνοπαίκτης, εξελίχτηκε στο Νο1 χοντροπαίκτη του καζίνου και κάθε νύχτα τους ξεπάτωνε. Έπαιζε πολλά, πάρα πολλά λεφτά σε κάθε μπίλια. Κι έφευγε μετά από ένα τέταρτο, μισή ώρα, όχι περισσότερο με πακέτο. Δεν το ξενυχτούσε. Δεν έπαιζε για να παίζει.
Ο εν λόγω παίκτης κινούνταν ρομποτικά. Με το που έμπαινε στην απέραντη αίθουσα στεκόταν στο πλατύσκαλο και σαν αρχιστράτηγος επιθεωρούσε με το μάτι τις πουτάνες. Τις ρουλέτες, εννοώ. Έπαιρνε στροφή προς τα αριστερά και κατευθυνόταν πρώτα την τουαλέτα.
Εγώ. Μπουκάριζα στην αίθουσα ενώ οι κτύποι της καρδιάς έκαναν επίθεση στο σώμα μου. Η καύλα να παίξω. Μέχρι που το μανουβράρισα το πράγμα και κατάφερα να ξεκινώ το ματς 13-15 λεπτά αργότερα. Όχι αμέσως. Γιατί ο άλλος χωνόταν στην τουαλέτα, πριν πλησιάσει μια πόρνη; Και με την άκρη του ματιού τον κοζάριζαν συνεχώς οι παρατρεχάμενοι του ΕΟΤ. Τον αντιμετώπιζαν ως εχθρό. “Ήρθε πάλι ο πούστης να μας ξεβρακώσει”. Προφανώς ο καπετάν-παίκτης στην τουαλέτα δεν πήγαινε να αδειάσει το σωλήνα του, αλλά να βρει τις ισορροπίες του πριν μπει στον πόλεμο. Να εκτονωθεί. Να αποκτήσει με αυτοσυγκέντρωση την τζογαδόρικη ψυχραιμία του.
Ο τζόγος δεν είναι κομμάτι της καθημερινότητας. Δεν είναι η “συνέχεια” της όποιας άλλης δραστηριότητας μας. Είναι κάτι ξεκομμένο από την οικογένεια, την εργασία, της παρέα, την γκόμενα, το ποδόσφαιρο. Και απαιτεί να κάνεις πρώτα εμετό, να αδειάσεις, να καθαρίσεις το μυαλό από οτιδήποτε άλλο.

