Την έβγαζε μπροστά στην κάμερα και αυνανιζότανε, και μπαίνοντας σε site γνωριμιών, με το ψευδώνυμο “Γκάμπριελ”, γινόταν θέαμα σε άγνωστούς του. Κάποιοι τον ανεγνώρισαν, “Ρε, αυτός είναι ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, ο υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων του Σύριζα”.
Με τίποτα δεν αλλάζει ο κόσμος. Ακαταμάχητα πονετικός, δηλαδή αδύναμος, ηττοπαθής, ευκολοσυγκίνητος, ανθρώπινος που λένε. Σου δίνω αμέσως ένα παράδειγμα ζωντανό και πρόσφατο.
Σκότωσε την δυστυχισμένη 40χρονη άστεγη για να την κάνει θυσία στον Θεό του, τον Σατανά. Θεός είναι και ο Σατανάς. Έχει τους πιστούς του. Η θρησκεία, δηλαδή, τον αναγνωρίζει τον Διάβολο. Είναι ο αντίπαλος. Και επειδή είναι εχθρός δυνατός του ανθρώπου, γι' αυτό κάνει το παιχνίδι στο γήπεδο της ζωής η θρησκεία.
Τρομερά πράγματα. Παρασκευή και Σάββατο οι gay της Θεσσαλονίκης, και όσοι θέλουν να συμπαρασταθούν στα αιτήματά τους, θα κάνουν την πλάκα τους σ' ένα ακόμα πράιντ. Στο Thessaloniki Pride. Μια εβδομάδα μετά την Αθήνα το γνωστό ξεσάλωμα και στην Θεσσαλονίκη. Γιατί, όχι. Κέφι να υπάρχει.
Κάποτε το ποδόσφαιρο, προτού ακόμα εξελιχθεί σε βιομηχανία, παρέπεμπε στη γειτονιά, στην αλάνα, στον χοντρό λαό, στη φτώχεια, στο λούμπεν προλεταριάτο. Μέχρι που άνθρωποι της τέχνης, διανοούμενοι, στοχαστές υποκλίθηκαν στη μαγεία της μπάλλας, στην αλήθεια της.
Μάθαμε και τη λέξη “παγκοσμιοποίηση”. Κι όμως, πριν ακόμα λανσαριστεί εξέφραζε ήδη πραγματικότητα. Είμαστε παγκοσμιοποιημένοι. Ήταν δυνατόν να μείνει έξω από το φαινόμενο το ποδόσφαιρο;
Μουντιάλ και βλέπεις αραπάδες, κατράμηδες ποδοσφαιριστές, εγγόνια και τρισέγγονα ιθαγενών της Αφρικής να φοράνε τη φανέλλα της Γαλλίας και της Αγγλίας, της Ολλανδίας και της Ελβετίας, των ΗΠΑ ακόμα και της Γερμανίας. Φοβερά πράγματα.
Οι ποδοσφαιριστές της Κολομβίας “παίρνουν”; Ούτε συζήτηση. Όσο είναι απίθανο να βρεις σταρ του Χόλυγουντ που να μη σνιφάρει κοκαϊνη, άλλο τόσο πιθανό είναι να είναι κοκαϊνομανής διεθνής ποδοσφαιριστής της πατρίδας της κόκας.
Η Κολομβία, η πρώτη αντίπαλος της Ελλάδος στο μουντιάλ, έχει το όνομα, λόγω της βιομηχανοποιημένης παραγωγής κοκαϊνης που την στέλνει σε κάθε σημείο της γης. Και η Ελλάδα, όμως, δεν πάει πίσω στο ναρκωτικό, ειδικά τα τελευταία 35 χρόνια, όταν οι Έλληνες άρχισαν να τρώνε από τα έτοιμα, από τα δανεικά. Η κατανάλωση βάρεσε το κόκκινο, χωρίς υπερβολή.
Για ένα εκατομμύριο δολάρια, λέω ένα νούμερο, θα τραβήξει το σιδερικό και θα σκοτώσει τον άλλον, στη ψύχρα. Δεν θα το κάνει για εκατό δολάρια, ακόμα κι αν είναι γεννημένος δολοφόνος.