«Όταν πίνω, σκέπτομαι..., κι όταν σκέπτομαι, πίνω». Η κουβέντα βγήκε από το στόμα ενός Γάλλου δραματουργού, που με τον Μολιέρο, αποτελούν τους κορυφαίους Ευρωπαίους τραγωδούς του 17ου αιώνα. Το όνομα του Ζαν Ρασίν, γνωστός στην Ελλάδα ως Ρακίνας.
Μια φορά κι ένα καιρό, όπως λένε στα παραμύθια, στην αληθινή μας ιστορία ήταν ένα όμορφο και γλυκό κορίτσι από την Καππαδοκία που δεν ήθελε να παντρευτεί. Μην την πλησιάσει καν άνδρας, τόσο καλή χριστιανή ήτανε, τότε, τα πρώτα χρόνια του Ιησού. Με το ζόρι την αρραβώνιασανε κι αυτή, για να αποφύγει το γάμο, κλείστηκε σε μοναστήρι.
Για αιώνες τα Χριστούγεννα ήταν παραμυθένια. Σε εποχές που οι πόλεις δεν είχαν δεχθεί την κατασκευαστική λαίλαπα. Με εργοστάσια, θηριώδη κτίρια, αεροδρόμια, γιγαντιαίες λεωφόροι. Μία κόλαση στον γήινο παράδεισο που αποφασιστικά επηρέασε περιβαλλοντικά τον πλανήτη.
Τον πρωτοάκουσα στο Γούντστοκ, και είπα Αυτός είναι. Έτσι τον γουστάρω τον τραγουδιστή. Με τέτοια σκληρή και συνάμα τρυφερή φωνή, βραχνή και αληθινή. Τζο Κόκερ το όνομά του. Η φώτο είναι στα νειάτα του, όταν πέρασε και τα πενήντα μάλλον δεν έδειχνε ροκάς, περισσότερο έμοιαζε με νταλικέρη, με λιμενεργάτη.
Το χιόνι είναι λευκό. Αγνό. Τρυφερό. Άκακο. Γλυκαίνει τις αισθήσεις. Μιλάει κατ’ ευθείαν στη ψυχή του ανθρώπου. Του παλιού ανθρώπου που κάθε χρόνο τέτοια εποχή αιώνες ολόκληρους περίμενε «να το στρώσει...».
Ο αποδυτηριάκιας δίνει τη συνέχεια του κειμένου του ΗΛΙΑ ΜΠΑΖΙΝΑ,που είχε δημοσιευτεί χριστουγεννιάτικα στην εφημερίδα τον Δεκέμβριο του 2010 και έχει αναρτηθεί προηγουμένως στη σελίδα με τίτλο «Για να περνάει η ώρα του Μπαζίνα...». Γράφει ο αλησμόνητος...
Δίνω ένα κείμενο του Ηλία Μπαζίνα. Χωρίς προλόγους. Χωρίς καν μια δική μου λέξη. Είχε δημοσιευθεί στη φυλλάδα παραμονές Χριστουγέννων 2010. Γράφει ο μεγάλος...
Γυναίκα που την ζηλεύεις για τη ζωή που έκανε. Γιατί, παρακαλώ, ο αόριστος χρόνος; Γιατί να μη μπει στο λογαριασμό και το παρόν, και το μέλλον. Δεν πέθανε το κορίτσι, των 80 χρονών κορίτσι που πάντα συνεχίζει να είναι ο εαυτός της. Όπως γουστάρει εκείνη, όχι όπως θα την ήθελε ο ξενέρωτος μπαμπάς, η συντηρητική κοινωνία.
Ο ήλιος βασιλεύει, λέει ο μαλάκας ο άνθρωπος. Το ηλιοβασίλεμα, λέει. Δεν λέει ο βασιληάς ήλιος, ο κυρίαρχος ήλιος, ο επικυρίαρχος ήλιος, αυτός που τα κρίνει και τα αποφασίζει όλα, τα πάντα όλα. Ο ήλιος ανατέλλει, λέει, ο ήλιος δύει. Όχι, κύριε. Ο ήλιος δεν κινείται, δεν γυρίζει, δεν βολτάρει.
Χριστιανός είναι και είναι τόσο κολλημένος με την ομαδάρα του που δεν έχει πρόβλημα να την δει... θρησκευτικά τη δουλειά. Θρησκεία είναι η ομαδάρα, σου λέει, και έχει δίκαιο. Δηλαδή; Είναι πιστός. Δηλαδή; Είναι τυφλός. Αυτό σημαίνει πίστη. Το ότι έχει τύφλα. Όπως και ο πιστός της θρησκείας, του κάθε δόγματος. Ούτε ξέρει, ούτε τον ενδιαφέρει να μάθει τι είναι, τι διδάσκει ο χριστιανισμός, τι ζητάει η θρησκεία του, η κάθε θρησκεία από τον πιστό της.