Αυτή η Γκινγκαμπ, που πρώτη φορά την άκουσα, η τελευταία του γαλλικού πρωταθλήματος, στο παιχνιδάκι με τον ΠΑΟΚ έβγαλε ποδοσφαιρική παιδεία. Αυτό που λείπει από τον ΠΑΟΚ, αλλά και την κάθε ελληνική ομάδα.
Είμαστε για κλωτσές. Όχι γι’ αυτό που είμαστε, αλλά γ’ αυτά που λέμε ότι είμαστε. Φοβερά πράγματα. Είσαι νάνος και λες «κάποιο λάθος κάνετε, είμαι γίγαντας και δεν φοράω τακούνια».
Να πέφτει πρόστιμο. Μια πρόχειρη σκέψη είναι αυτή. Για σιγά, κύριε επαγγελματία ποδοσφαιριστή. Ποιος σου είπε, πού το έχεις δει γραμμένο στο συμβόλαιό σου ότι δικαιούσαι να με φτύνεις. Εμένα τον θεατή, τον τηλεθεατή. Εμένα που σε πληρώνω.
Στην τηλεόραση αρχίζει το ματς Εστορίλ-Παναθηναϊκός. Τι γίνεται εδώ; Κάνε ζάπιγκ, μικρέ. Άλλαξε κανάλι. Γιατί; Άδειο το γήπεδο, εντελώς. Δεν υπάρχει ψυχή, σου λέω. Τι να δω; Παιχνίδι χωρίς κόσμο δεν αξίζει.
Έλα στη θέση του προπονητή. Τραγικό, σου λέω. Να βλέπεις με τα μάτια σου, μπροστά σου, στα δέκα και στα 50 μέτρα, τους παίκτες σου να κοροϊδεύουν. Τι κάνεις; Δεν είναι φιλολογικό το ερώτημα. Τι μπορείς να κάνεις αν ήσουν στη θέση του Αναστασιάδη.
Ήταν καλός ο Ολυμπιακός, λέει. Μέτριος ήταν ο Ολυμπιακός, λέει ένας άλλος. Άκουσα και το άλλο. Βαρύς φάνηκε ο Ολυμπιακός, μία άλλη άποψη. Μιλάμε για καφέ; Βαρύς, γλυκός, σκέτος, μέτριος, και σε χοντρό φλυτζάνι. Λέμε τέτοια;
Ανέβηκε σκαλοπάτι ο Ολυμπιακός επειδή κέρδισε την Αθλέτικο Μαδρίτης; Δεν λέγονται τέτοια πράγματα. Ένα αποτέλεσμα, όσο καλό κι αν είναι δεν αλλάζει το επίπεδο μιας ομάδας.
Καβαλάει το αεροπλάνο για πρώτη φορά στη ζωή του. Φεύγει από τον τόπο του, την Τουρκία, και βγαίνει για πρώτη φορά στο εξωτερικό. Βρίσκεται στο Λονδίνο. Και στο γήπεδο της Άρσεναλ. Εμπειρίες πρωτοφανείς για το φτωχαδάκι. Σα να άλλαξε πλανήτη. Να μετανάστευσε από την Γη.